Εκείνοι που είχαν την καλοσύνη, ή το περίσσευμα χρόνου, να του κάνουν την κηδεία, να του πληρώσουν τη παραμονή στο νεκροτομείο, να πληρώσουν τον εφημέριο, τους νεκροθάφτες και τη νεκροφόρα που μετέφερε τη σωρό του από την εστία των αστέγων μέχρι το νεκροταφείο, ήταν κατά κάποιον τρόπο δίδυμοι αδερφοί του. Δίδυμοι διαφορετικών μανάδων, φύλων και θρησκειών. Η μοναδική διαφορά τους με αυτόν ήταν ότι όλοι εκείνοι είχαν ονόματα, ή τουλάχιστον παρατσούκλια, κληρονομημένα ο καθένας από τη γενέτειρά του ή από κάποιο ιδιαίτερο ανδραγάθημα σε τούτη τη χώρα. Ενώ αυτόν τον ήξεραν μόνο ως «Εκείνος που δεν του γαυγίζουν οι σκύλες». Διότι ήταν ο μόνος άνθρωπος που όταν εμφανιζόταν στην αυλή μπροστά από τους θαλάμους, στο παράθυρο, στο εστιατόριο, στο διάδρομο που οδηγούσε στην πόλη, είτε μέρα είτε νύχτα, οι σκύλες του περίγυρου, πάντα γκαστρωμένες, λεχώνες και πεινασμένες, δεν τον τιμούσαν με τα γαβγίσματά τους. Ίσως εκείνος να γνώριζε τη γλώσσα των σκυλιών.